εὑρετικός

εὑρετικός
εὑρετ-ικός, ή, όν,
A inventive, ingenious, Pl.Smp. 209a: [comp] Comp. in Id.Plt.286e, 287a;

ἰατρός Gal.7.212

: [comp] Comp., Procl. in Alc. p.177C.;

εὑρετικὸν εἶναί φασι τὴν ἐρημίαν Men.39

: c. gen.,

λόγων D.H.Lys.15

; also, able to make discoveries from . . ,

οὗ ἔμαθεν Pl.R.455b

, cf. Andronic.Rhod.p.578 M.
II concerned with inquiry or discovery, λόγος, opp. ἀποδεικτικός, Gal.4.650.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Игры ⚽ Поможем написать реферат

Look at other dictionaries:

  • εὑρετικός — inventive masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ευρετικός — ή, ό (ΑΜ εὑρετικός, ή, όν) [ευρετής] ο ικανός, ο επιτήδειος να βρίσκει πράγματα που είναι δύσκολο να βρεθούν, να επινοεί λύσεις σε δυσχερή προβλήματα, να εφευρίσκει νέα τεχνικά μέσα και όργανα νεοελλ. το θηλ. ως ουσ. η ευρετική επιστημονική… …   Dictionary of Greek

  • εὑρετικά — εὑρετικός inventive neut nom/voc/acc pl εὑρετικά̱ , εὑρετικός inventive fem nom/voc/acc dual εὑρετικά̱ , εὑρετικός inventive fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὑρετικώτερον — εὑρετικός inventive adverbial comp εὑρετικός inventive masc acc comp sg εὑρετικός inventive neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὑρετικῶν — εὑρετικός inventive fem gen pl εὑρετικός inventive masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὑρετικόν — εὑρετικός inventive masc acc sg εὑρετικός inventive neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὑρετικαί — εὑρετικός inventive fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὑρετικοῖς — εὑρετικός inventive masc/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὑρετικοί — εὑρετικός inventive masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὑρετικούς — εὑρετικός inventive masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὑρετικωτέρους — εὑρετικός inventive masc acc comp pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”